Η πολιτική του ρατσισμού

από PRESS

Του Νίκου Οικονομίδη

Περιοδικο «Πολίτες»/ Αυγ. 2011

Χαϊδάρι, 25 Μαρτίου 1967. Λίγες μέρες πριν από την «εθνοσωτήριο». Τυπικά το πολίτευμα είναι Βασιλευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, την «Παναγίτσα», τελειώνει η δοξολογία. Αρχίζουν οι λόγοι. Κάθε επίσημος που προβλέπει το πρωτόκολλο ή που θέλγεται από το μικρόφωνο, περιμένει τη σειρά του για να μιλήσει. Υμνοι στους ήρωες του ’21 και αυστηρή προειδοποίηση για το τι περιμένει όποιον επιβουλεύεται την εδαφική μας ακεραιότητα.

Ενας ομιλητής τελειώνει. Κάποιος άλλος ετοιμάζεται.

Ξαφνικά ακούγεται μια δυνατή, έξαλλη φωνή: «Εξω! Εξω ρε κουμμουνιστή. Φύγε από ’δω ρε». Ακολουθεί βίαιη απώθηση του υποψήφιου ομιλητή από τον «έξαλλο» προς την έξοδο. Κάπου εδώ σχόλασε απότομα η εκκλησία.

Ο «κουμμουνιστής» ήταν ο δήμαρχος Χαϊδαρίου Δημήτρης Γιαχνής. Ο αγανακτισμένος πολίτης ήταν ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος, το όνομα του οποίου μόνο στα υπηρεσιακά αρχεία μπορεί να βρεθεί. Παραμένει άγνωστο αν η έκφραση «κουμμουνιστή» οφειλόταν στη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας του οργάνου ή σε άγνοια.

Χιλιοειπωμένο το ότι όσοι εξέφραζαν διαφορετικές αντιλήψεις από αυτές που είχαν οι κρατούντες, φυλακίζονταν, εξορίζονταν, βασανίζονταν, οδηγούνταν σε εκτέλεση.

Η «καραντίνα» δεν σταματούσε εδώ. Οι «αναρχοκομμουνισταί», οι «επικίνδυνοι αριστεροί», τα «μίσθαρνα όργανα της Μόσχας» και γενικά οι «μη υγιώς σκεπτόμενοι Ελληνες», όταν δεν ήταν στη φυλακή ή στα ξερονήσια, εύρισκαν τεράστια εμπόδια για πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, δεν προσλαμβάνονταν σε δημόσια υπηρεσία, δεν έπαιρναν διαβατήριο, δεν μπορούσαν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για να ανοίξουν επιχείρηση, δεν έβγαζαν δίπλωμα οδήγησης, αντιμετώπιζαν αξεπέραστα οικονομικά προβλήματα οι ίδιοι και οι οικογένειές τους.

Και κοινωνικά ήταν απορριπτέοι οι «εχθροί του έθνους». Οσοι είχαν προσωπικές, φιλικές, ακόμα και επαγγελματικές σχέσεις μαζί τους έμπαιναν στη μαύρη λίστα των «συνοδοιπόρων».

Σε οποιαδήποτε διαφωνία ή διαμάχη έφτανε το ατράνταχτο επιχείρημα «Μα, αυτός είναι κομμουνιστής» και αυτόματα το δίκιο αποδιδόταν στην άλλη πλευρά.

Τα χρόνια πέρασαν, οι αντιλήψεις άλλαξαν, οι αγώνες απέδωσαν καρπούς και σήμερα επιτρέπεται η διαφορετική άποψη. Αυτός που πιστεύει σε άλλη ιδεολογία από τους κρατούντες μπορεί να την εκφράζει άφοβα. Κάθεται στο ίδιο τραπέζι διαλόγου μαζί τους. Δεν χρειάζεται να αγοράζει δύο εφημερίδες, τη μία γιατί τον εκφράζει και την άλλη για να κρύψει την πρώτη μέσα της.

Με άλλα λόγια, αυτού του είδους ο ρατσισμός έχει εξαλειφθεί.

Σήμερα όμως ζούμε τη μεγάλη ανατροπή. Εμφανίστηκε μια νέα μορφή ρατσισμού που όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά γίνεται αποδεκτή ακόμα και από πολλούς… αποδέκτες. Ο λόγος, για την (μη συμπαθή, πλέον) τάξη των πολιτικών. Οι αιτίες, προφανείς: Κανείς πολιτικός δεν πήγε φυλακή. Επικαλούμενοι τους νόμους της δημοκρατίας θεωρούν εαυτούς «υγιώς σκεπτόμενους Ελληνες».

Στέλνουν τα παιδιά τους σε όποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού θέλουν. Ελέγχουν τις δημόσιες υπηρεσίες. Διαθέτουν διαβατήριο, συγκεντρώνουν από τηλεφώνου τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για να ανοίξουν επιχείρηση στο δικό τους ή άλλο όνομα, παίρνουν πανεύκολα δίπλωμα οδήγησης – έστω κι αν η πολιτεία τους διαθέτει αυτοκίνητο και οδηγό-, διαβάζουν δωρεάν όλες τις εφημερίδες από τα «σώματα» της Βουλής, έχουν λύσει το βιοποριστικό τους, έχουν εξασφαλίσει τις οικογένειές τους -ακόμα και εκείνοι που μετά την ανάρρησή τους δημιούργησαν και δεύτερη- και κάθονται όλοι στο ίδιο τραπέζι, όχι μόνο για διάλογο…

Η μεγάλη ανατροπή συνίσταται στην απόρριψη. Η γνωριμία με τον «κ. βουλευτή» δεν αποτελεί πλέον προσόν. Ουδείς επαίρεται πια για τις κοινωνικές σχέσεις του με τον «κ. υπουργό». Δεν περιποιεί τιμή για κανένα να είναι ομοτράπεζος πολιτικού. Δημόσια εμφάνιση ασχολούμενου με τα κοινά δίνει το έναυσμα για εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, αποδοκιμασίες, ρίψη γιαουρτιών, αυγών, ενίοτε δε και πετρών.

Δεν θα μας πρέπει να ξαφνιαστούμε λοιπόν αν κάποια στιγμή ακουστεί από αστυνομικό, ακόμα και μέσα σε εκκλησία «Εξω! Εξω ρε πολιτικέ. Φύγε από ’δω ρε».

Με το δεδομένο ότι οι σημερινοί αξιωματικοί της ΕΛΑΣ είναι απόφοιτοι ανώτατης σχολής, αν τη λέξη «πολιτικέ» την προφέρει «πουλιτικέ», λιγότερο θα μας προβληματίσει αν είναι αποτέλεσμα ντοπιολαλιάς και περισσότερο αν το λέει συνειδητά, άρα το «λι» θα το έγραφε με ήτα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: