40 χρόνια βρετανικών ηχείων B[owers] & W[ilkins]

από PRESS

Toυ ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΡΟΥΚΑΚΗ τεχνολογία ήχου/  ιστορική αναδρομή

[@]→ {proukakisc@gmail.com}

Last page, Νοέμβριος 2006, ΗΧΟΣ-ΕΙΚΟΝΑ [ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ]

Σχεδόν έχει καθιερωθεί ως σήμα κατατεθέν στην συνείδηση πολλών αφοσιωμένων η συντομογραφία B & W ή επί το ορθότερο Bowers & Wilkins. Αν παρ όλα αυτά δεν παραπέμπει σε κάτι η ονομασία τότε ίσως να έχετε χάσει μια πολύ δυνατή γεύση από την παραδοσιακή βρετανική αντίληψη περί εξαιρετικής αναπαραγωγής ηχείων σχεδόν κάθε κατηγορίας κόστους και απόδοσης. Από τα πλέον προσιτά έως και τα ακριβότερα είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα του πάθους δυο ανθρώπων για το αναφαίρετο δικαίωμα στην μουσική.

Σαραντάχρονη η ιστορία μιας από τις πιο λαμπρές σελίδες της βρετανικής σχολής ήχου από αυτές που σε συναρπάζουν είναι η πορεία της B& W. Από εκείνες που σε κάνουν ακόμη και σήμερα να ελπίζεις πως το πάθος, και η ανθεκτική εμμονή σε στόχους υπερβαίνουν κάθε λογής εμπόδια και παραμερίζοντας κάνουν πράξη τα όνειρα.

Ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τα προσιτά μικρά ηχεία βιβλιοθήκης DM 100, τα θρυλικά 800 των studio Abey Roads και τις εξειδικευμένες εκδόσεις της σειράς Signature με τα τουίτερ αλουμινίου στην θέση των αδαμάντινου υλικού και καλωδίωση υψηλής καθαρότητας σε προσμείξεις οξυγόνου.

Ακούγεται τόσο απλό ώστε θεωρείται σχεδόν αυτονόητο. Ο John Bowers ψυχή της εταιρίας λάτρευε την κλασσική μουσική αλλά στις μέρες του, δεκαετία του ’30 ήταν, ούτε λόγος για σοβαρές ηχομηχανές προφανώς ούτε και για την κατασκευαστική κουλτούρα-το αμάλγαμα ποίησης του ήχου και τεχνολογίας. Όμως ήταν αποφασισμένος να καταξιωθεί στη συνείδηση του αλλά και στη συνείδηση όσων λατρεύουν τη μουσική αποζητώντας την παρουσία της οπουδήποτε, ακόμη και στα πιο μικρά διαμερίσματα..

Αποδεδειγμένα κάποιες ανθεκτικές φιλίες σμιλεύονται κατά την διάρκεια της στρατιωτικής θητείας και εξαίρεση δεν αποτέλεσε το δίδυμο John Bowers-Roy Wilkins που βίωσε την απάνθρωπη εμπειρία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά και σε ότι σχετικό με την ασύρματες επικοινωνίες την ραδιοφωνία και τη ηλεκτρονική τεχνολογία της εποχής. Η δημιουργία καταστήματος στο Worhting για την προμήθεια εξαρτημάτων στους ραδιοερασιτέχνες δεν άργησε να έλθει.

Αρχές δεκαετίας του ’60 ήταν, με την γενικευμένη προσμονή να διαποτίζει τις πιο προωθημένες αντιλήψεις, όταν το κατάστημα τους διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων κλασσικής μουσικής στα περίχωρα του Λονδίνου αλλά και συσκευών Hi-Fi στην διάθεση όσων ήδη είχαν αρχίσει τις αναζητήσεις τους στο μαγευτικό κόσμο του ήχου.

Μαζί τους και ο John Bowers ο οποίος διαθέτοντας ηχεία για τις ανάγκες σχολείων και δημόσιων εκδηλώσεων στο Sussex είχε ήδη εισέλθει στο δύσβατο μονοπάτι της επιστημονικής έρευνας. Χώρο εν πολλοίς άγνωστο τότε, πέρα από τις τυποποιημένες γνώσεις της φυσικής για την στατική λειτουργία των μεγαφώνων. απαντήσεις.

Ούτε κατά φαντασία δεν υπήρχε η αξιοποίηση αποστασιόμετρου με λέιζερ για την μελέτη των στιγμιαίων μικροπαραμορφώσεων της καμπίνας και των κώνων, ούτε ακόμη η περί την σειρά Signature νοοτροπία περί επιλεκτικής παρέμβασης. Ωστόσο είχαν διαμορφωθεί όλες οι προϋποθέσεις για να κατασκευαστεί η γραμμή παραγωγής στο πίσω μέρος του καταστήματος.

Η φυσική συνέπεια του πάθους το 1996 βρήκε διέξοδο στην δημιουργία της B & W Loudspeakers Ltd. και ένα χρόνο αργότερα στο πρώτο ηχείο της, το P1, κατασκευασμένο από μονάδες χαμηλών και υψηλών, αντιστοίχως των EMI και Celestion και με τα DM 1 και DM 3 να εμφανίζονται ένα χρόνο αργότερα.

Είναι ενδιαφέρον ότι η συντομογραφία DM αρχικώς αναφερόταν στο όρο «Domestic Monitor» για να μετατραπεί αργότερα αρχές του ’80 σε «Digital Monitοr» με τα αξέχαστα DM 100,220 & 330. Το πρώτο πλήρως κατασκευασμένο από την εταιρία monitor DM 70C εμφανίζεται το 1970 και δυο χρόνια αργότερα εγκαταλείπουν την σειρά παραγωγής τα D5 και D4 και η εταιρία μεταφέρεται σε νέες εγκαταστάσεις στο Worthing.

Το 1972 καταγράφεται ως μια πολύ καλή χρονιά με ένα βραβείο της Βασίλισσας για τις εξαγωγές να επιβραβεύει την αμείωτη προσπάθεια και το πρώτο ζευγάρι monitor προγράμματος να παραδίδεται στο BBC. Οι εξελίξεις πλέον καταγράφονται συνεχώς με το υλικό Kevlar της DuPont να υιοθετείται το 1974 στην κατασκευή των γούφερ για τον περιορισμό του στάσιμων κυμάτων ενώ δυο χρόνια αργότερα κατασκευάζεται το DM6, το πρώτο γραμμικής φάσης ηχείο.

Αποδεικνύοντας τις προωθημένες επιλογές της η B & W δημιουργεί το 1976 κέντρο Έρευνας και Ανάπτυξης στελεχωμένο από ειδικούς του ήχου ενώ το 1977 παρουσιάζει το ηχείο DM7 με το τουίτερ απομονωμένο και αυτόνομο εκτός καμπίνας για περιορισμό της διάθλασης.

Ανηφορίζοντας την διαδρομή προς το καλύτερο οι εταιρίες EMI Abbey Road, Decca και Deutsche Grammophon επιλέγουν το νεοφερμένο και μετέπειτα θρυλικό 801 στην θέση του ηχείου αναφοράς ελέγχου των ηχογραφήσεων.

Η αδιάκοπη παρουσίαση νέων μοντέλων βρίσκει το 1986 την βρετανική εταιρία να εορτάζει τα 20χρονα της και να δημοσιοποιεί την πολυδιαμερισματικής σύνθεσης νέα φιλοσοφία Matrix στην κατασκευή της καμπίνας. Ο επόμενος χρόνος κρύβει δυο εκπλήξεις, το θάνατο το ιδρυτή και ασίγαστου πάθους εμπνευστή συνεχούς έρευνας και ανάπτυξης John Bowers και την εμφάνιση του Matrix 801.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1991 τα 25χρονα εορτάζονται με ένα τρόπο πολύ ξεχωριστό, την σειρά Silver Signature. Μιας συνολικώς νέας αντίληψης βελτιωμένη κατασκευή με μοντελοποίηση λειτουργίας σε υπολογιστές, ολογραφική απεικόνιση με λέιζερ και τοποθέτηση του cross-over εκτός καμπίνας.

Στην φιλοσοφία της συμπεριλαμβάνονται υποδοχές, εσωτερικές καλωδιώσεις και πηνία φωνής από άργυρο απαλλαγμένους από οποιαδήποτε πρόσμιξη χαλκού για την μέγιστη δυνατή ποιότητα στην απόδοση. Στόχος να αποφευχθεί οποιοσδήποτε συμβιβασμός στην σχεδίαση, τον έλεγχο των εξαρτημάτων και την κατασκευή καμπίνας.

Μεσολάβησε πενταετής έρευνα ωσότου εμφανισθεί το 1993 το Nautilus και το 1998 η νέα σειρά Nautilus 800. Βελτιωμένη σε πολλά σημεία εμφανίζεται το 2005 η νέα σειρά 800 με βασικό στοιχείο διαφοράς από τα προηγούμενα μοντέλα το τουίτερ θόλου κατασκευασμένο με πρώτη ύλη το διαμάντι, επιλογή που προσέδωσε τον χαρακτηρισμό “D” σε έξη κορυφαίες σχεδιάσεις της εταιρίας.

Το υπόλοιπα μοντέλα της σειράς χαρακτηρίζονταν με το γράμμα “S” με τουίτερ αλουμινίου που προέρχονταν από την σειρά Signature. Επίσης όλα τα τρίδρομα ηχεία της νέας σειράς χρησιμοποιούσαν βελτιωμένης σχεδίασης μεγάφωνο μεσαίων συχνοτήτων με αλουμινένιο phase plug, μαγνήτη νεοδιμίου και διακριτικές πινελιές παρέμβασης σε κρίσιμα σημεία.

Προφανής και ο στόχος της B & W σε όλες τις σχεδιαστικές εκδοχές, η κατά το δυνατόν πίστη αναπαραγωγή του ήχου. Ενδεικτικό της επιλεκτικής παρέμβασης είναι ότι το τρίδρομα 803S διαθέτει tweeter αλουμινίου, εξάιντσο mid από Kevlar και δυο επτάιντσα Rohacell χαμηλών συχνοτήτων.

Συγκριτικά με το «συγγενικό» 803D το “S” διαθέτει ένα μεγάφωνο λιγότερο και ενισχυμένης ακαμψίας κατασκευή καμπίνας με εσωτερική δομή Matrix. Ανάμεσα στους σημαντικούς αυτούς σταθμούς σχεδίασης και κατασκευής προηγμένης τεχνολογίας ηχείων συμπεριλαμβάνονται και άλλα μικρότερα μοντέλα συνθέτοντας το προφίλ μιας εταιρίας που παρέμεινε σταθερή στους στόχους της.

Τι έγραφαν για το B & W DM 4 τα “500ΤΕΣΤ” του ΗΧΟΥ το 1974:

«Ακούσαμε το DM4 για μεγάλο χρονικό διάστημα συγκρίνοντας το με πολλά άλλα κοινά ηχεία συμπεριλαμβανομένων τουDM1 και του SPENDOR. Η υποκειμενική μας αξιολόγηση φέρνει πρώτο το SPENDOR, δεύτερο το DM4 και τρίτο DM1. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για το πολύ επεξηγηματικό φυλλάδιο. που συνοδεύει κάθε ηχείο. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει κανένα λόγος πλέον να λυπόμαστε για την κατάργηση του DM1. Το DM4 το έχει αντικαταστήσει επάξια από κάθε άποψη.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: