H ποιότητα του αέρα στον ελλαδικό χώρο

από PRESS

Του Χρήστου Προυκάκη

Όσο και αν η πολύχρονη συμβίωσή μας με το νέφος το έχει καταστήσει σχεδόν μόνιμο συγκάτοικο στην Αθήνα, η συστηματική παρακολούθηση των συστατικών του, αλλά και τα μέτρα τα οποία κατά καιρούς ελήφθησαν από την Πολιτεία, αποδεικνύεται ότι σε γενικές γραμμές έχουν συντελέσει στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα. Αυτό προκύπτει από πρόσφατη μελέτη που διενήργησε στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (ΕΑΑ) ο Δρ Χάρης Καμπεζίδης, Διευθυντής Ερευνών του Ιδρύματος. Ωστόσο επισημαίνεται ότι στη σημερινή του μορφή το νέφος είναι υδρογονοσωματιδιακό και ανήκει στην τρίτη γενιά.

Από τις μετρήσεις διαπιστώθηκε ότι περιέχει αεροσωματίδα (τα γνωστά ως αερολύματα) και επιβλαβείς υδρογονάνθρακες. Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρείται περισσότερο επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

Επίσης προβληματισμός εκφράζεται και για την συγκέντρωση του όζοντος στα βόρεια προάστια. Η ίδια μελέτη αποκαλύπτει ότι το νέφος της Θεσσαλονίκης είναι φωτοχημικό ενώ ενθαρρυντικό είναι ότι στο Θριάσιο Πεδίο παρουσιάζεται μείωση των αιωρουμένων σωματιδίων.

Ιδιαίτερα σημαντικό παραμένει το πρόβλημα στις περιοχές Κοζάνης και Μεγαλόπολης με την εκπομπή αιωρουμένων σωματιδίων και διοξειδίου του θείου.

Όπως αναφέρει σε δηλώσεις του στον Ε.Τ. ο κ. Καμπεζίδης, το νέφος της Αθήνας διανύει ήδη την τρίτη γενιά του. Το «κλασικό ή συμβατικό νέφος» έγινε αντιληπτό στην Αθήνα από μετρήσεις διοξειδίου του θείου (SO2) και καπνού τις οποίες από το 1969 εγκαινίασε το ΕΑΑ.

Επικρατέστεροι ρύποι στο νέφος πρώτης γενιάς ήταν το SO2 και ο καπνός προερχόμενοι κατά κύριο λόγο από τις κεντρικές θερμάνσεις και τα πετρελαιοκίνητα οχήματα. Μάλιστα ονομάζεται «νέφος αιθαλομίχλης» ή «νέφος του Λονδίνου» λόγω της παρόμοιας σύστασής του με το νέφος στην Βρεταννική πρωτεύουσα κατά την δεκαετία του 1950.

Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ‘ 80 το «κλασικό νέφος» άρχισε να παραχωρεί τη θέση του στη διάδοχη κατάστασή του, το «φωτοχημικό νέφος». Στη δεύτερη αυτή γενιά επικρατέστεροι ρύποι ήταν τα οξείδια του αζώτου (NOx), το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) και το όζον (Ο3).

Το νέφος αυτό ανήκει στην κατηγορία των δευτερευόντων αέριων ρύπων διότι είναι προϊόν της φωτοχημικής αντίδρασης των NOx στην ατμόσφαιρα. Τα ΝΟx ανήκουν στους πρωτεύοντες αέριους ρύπους, γιατί παράγονται άμεσα στην πηγή. Βασικότερη πηγή παραγωγής των ρύπων αυτών είναι τα βενζινοκίνητα οχήματα.

Λόγω της παρόμοιας σύστασής του με το νέφος του Λος Άντζελες, της δεκαετίας του 1970, ονομάζεται και «νέφος τύπου Λος Άντζελες».

Μετεξέλιξη του «φωτοχημικού νέφους» είναι η τρίτη γενιά του, το «υδρογονοσωματιδιακό νέφος» το οποίο άρχισε να κάνει έντονη την παρουσία του στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αν και μετρήσεις στα μέσα της ίδιας δεκαετίας είχαν διαπιστώσει την ύπαρξή του.

Το νέφος αυτό περιέχει κυρίως αεροσωματίδια και διάφορες επικίνδυνες ενώσεις υδρογονανθράκων (ΥΑ). Οι βιομηχανίες είναι η κυριότερη πηγή προέλευση τους.

Τα αεροσωματίδια έχουν διάφορα μεγέθη, αλλά τα πιο επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία είναι εκείνα με διαστάσεις έως 10 μικρόμετρα, δηλαδή δέκα εκατομμυριοστά του μέτρου, και μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνουν σκόνη, καπνιά, βαρέα μέταλλα και υδροσταγονίδια.

Οι ΥΑ προέρχονται από τα τροχοφόρα (ανεξάρτητα καταλυτικών ή συμβατικών κινητήρων) και τη χημική βιομηχανία. Μεταξύ τους συγκαταλέγονται οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (γνωστοί ως ΠΑΥ) και οι πτητικές οργανικές ενώσεις (ΠΟΕ) που έχουν ενοχοποιηθεί για καρκινογένεση.

Ο λόγος για τον οποίο ελήφθη σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης η απόφαση να αντικατασταθούν τα συμβατικά οχήματα από καταλυτικά είναι ότι τα ΝΟx, το CO και οι YA παράγονται από τους βενζινοκινητήρες. Στην Ελλάδα το μέτρο άρχισε να εφαρμόζεται το 1991.

Από την ανάλυση των στοιχείων ατμοσφαιρικής ρύπανσης τόσο από τα δίκτυα του ΕΑΑ και του ΥΠΕΧΩΔΕ στην Αθήνα εξάγονται τα παρακάτω συμπεράσματα.

Κλασικό νέφος.

1. Παρουσιάζεται μια γενική πτωτική τάση στις μέσες ετήσιες μέσες τιμές του SO2. Το φαινόμενο παρατηρείται εντονότερα μετά το 1992 λόγω του διαχωρισμού του πετρελαίου σε κίνησης και θέρμανσης με διαφορετική περιεκτικότητα σε θείο. Σε ετήσια βάση το εθνικό όριο ποιότητας του αέρα για το SO2 είναι τα 80 μg/m3.

2. Παρόμοια πτωτική τάση εμφανίζεται και στα επίπεδα του καπνού με την εξέλιξη των πετρελαιοκινητήρων και την καλλίτερη ποιότητα των καυσίμων. Σε 24ωρη βάση το εθνικό όριο ποιότητας του αέρα για τον καπνό είναι τα 250 μg/m3.

Φωτοχημικό νέφος.

1. Παρουσιάζεται μια γενική πτωτική τάση στις ετήσιες μέσες τιμές του μονοξειδίου του άνθρακα (CO). Εντονότερα παρατηρείται το φαινόμενο μετά το 1991, οπότε εφαρμόστηκε η αναγκαστική εισαγωγή των καταλυτικών αυτοκινήτων στην Ελλάδα.

Λόγω της εντονότερης κυκλοφορίας των οχημάτων οι τιμές στο κέντρο της Αθήνας είναι ασφαλώς υψηλότερες έναντι εκείνων σε περιφερειακούς σταθμούς του ΥΠΕΧΩΔΕ (εδώ Ν. Σμύρνης & Μαρουσίου). Το εθνικό όριο ποιότητας του αέρα για το CO σε ετήσια βάση είναι τα 10 mg/m3.

2. Παρουσιάζεται μια γενική πτωτική τάση στο ΝΟ2 στον κεντρικό σταθμό της οδού Πατησίων, αλλά όχι και στους περιφερειακούς σταθμούς (π.χ. Μαρουσίου). Ο λόγος είναι ότι η παραγωγή NOx από τα τροχοφόρα στο κέντρο της Αθήνας ελαττώνεται από το 1992 και μετά λόγω της εισαγωγής των καταλυτικών αυτοκινήτων.

Στην περιφέρεια τα επίπεδα του ρύπου κινούνται σε χαμηλά πλαίσια, επειδή το όζον εκεί βρίσκεται σε υψηλότερες τιμές. Το εθνικό όριο ποιότητας του αέρα για το ΝΟ2 σε ετήσια βάση είναι τα 200 μg/m3.

3. Παρουσιάζεται για γενική πτωτική τάση στο όζον (O3) στον κεντρικό σταθμό της οδού Πατησίων, αλλά όχι και τους περιφερειακούς σταθμούς (πχ Μαρουσίου). Ο λόγος είναι ότι η παραγωγή ΝΟx από τα τροχοφόρα στο κέντρο της Αθήνας καταστρέφει το O3.

Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει στον ίδιο ρυθμό σε περιοχές μακράν του κέντρου. Από την άλλη μεριά παρατηρείται και μεταφορά του ρύπου προς τα βόρεια προάστια, ειδικά τους θερμούς μήνες με την κυκλοφορία της θαλάσσιας αύρας.

Οι μεγάλες τιμές στους περιφερειακούς (και δη τους βόρειους) σταθμούς του ΥΠΕΧΩΔΕ αποτελούν ένα ανησυχητικό φαινόμενο, διότι πολλά από τα Ολυμπιακά αγωνίσματα θα γίνουν στον ΟΑΚΑ. Το εθνικό όριο ποιότητας του αέρα για το Ο3 σε ετήσια βάση είναι τα 180 μg/m3.

Υδρογονοσωματιδιακό νέφος.

1. Κατά τα τελευταία 12 χρόνια τα αεροσωματίδια παρουσιάζουν συνεχή ανοδική πορεία. Η διαπίστωση αυτή, επισημαίνει ο κ. Καμπεζίδης, θα πρέπει να προβληματίσει τις αρμόδιες αρχές διότι η γενικότερα η παρουσία τους συσχετίζεται με πνευμονολογικές παθήσεις στο γενικό πληθυσμό και ιδιαίτερα τα ευαίσθητα άτομα (ηλικιωμένους και παιδιά).

2. Για τους υδρογονάνθρακες δεν υπάρχει μια μεγάλη σειρά μετρήσεων ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Πάντως τα πρώτα στοιχεία είναι ανησυχητικά και θα πρέπει η Πολιτεία να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, συμπληρώνει ο κ. Καμπεζίδης.

Όπως λοιπόν καταδεικνύουν τα αποτελέσματα της μελέτης από τη συνδυασμένη λήψη μέτρων το φωτοχημικό νέφος πλέον δίδει και αυτό την θέση του στην τρίτη γενιά, το υδρογονοσωματιδιακό νέφος, στην σύνθεση του οποίου κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι υδρογονάνθρακες και τα αιωρούμενα σωματίδια.

Και αυτό, καταλήγει ο κ. Καμπεζίδης, είναι κάτι που πρέπει να προβληματίσει ιδιαιτέρως τους αρμόδιους.

Το νέφος της Θεσσαλονίκης

Όσον αφορά στο «νέφος» της συμπρωτεύουσας, ο κ. Καμπεζίδης επισημαίνει πως η εμφάνισή του φαίνεται να γίνεται ως δεύτερης γενιάς (φωτοχημικό νέφος) στις αρχές του 1990. Από τη μελέτη των τιμών συγκέντρωσης μερικών αέριων ρύπων στο δίκτυο της Θεσσαλονίκης, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα.

1. Παρουσιάζεται γενική ανοδική πορεία των τιμών του ΝΟ2 στον κεντρικό σταθμό της Αγ. Σοφίας, αλλά μια αδιάφορη μεταβολή στον περιφερειακό σταθμό της Καλαμαριάς. Ο λόγος για τη συμπεριφορά αυτή οφείλεται, πιθανόν, στην αύξηση κυκλοφορίας των βενζινοκίνητων οχημάτων στο κέντρο της πόλης, η οποία στερείται του αντίστοιχου δακτυλίου της Αθήνας.

Φαίνεται πως η εισαγωγή των καταλυτικών αυτοκινήτων δεν ωφέλησε πολύ στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Αυτό, βέβαια, που πρέπει να προσεχθεί, τονίζει ο κ. Καμπεζίδης, είναι ότι η συγκέντρωση του ΝΟ2 στην συμπρωτεύουσας κυμαίνεται στο μισό τουλάχιστο της αντίστοιχης στην Αθήνα.

2. Την αντίθετη με το διοξείδιο του αζώτου (ΝΟ2) πορεία εμφανίζει το όζον (Ο3). Στην περιφέρεια παρουσιάζει μια αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια, ενώ στο κέντρο της πόλης εμφανίζεται μια μείωση. Σε αντίθεση με το ΝΟ2, τα επίπεδα του Ο3 είναι απόλυτα συγκρίσιμα με εκείνα της Αθήνας.

Αυτό λογικά παραπέμπει, τονίζει ο κ. Καμπεζίδης, στην ύπαρξη πρόσθετου Ο3 στην περιοχή, εκτός, δηλαδή, του παραγόμενου από τη φωτοχημική αντίδραση του ΝΟ2.

3. Τα επίπεδα του SO2 βαίνουν μειούμενα σε όλη την έκταση της πόλης, πράγμα που συνηγορεί στην κατηγοριοποίηση του νέφους της Θεσσαλονίκης ως φωτοχημικού. Μάλιστα οι ετήσιες μέσες συγκεντρώσεις του ρύπου στα τέλη της δεκαετίας του 1990 είναι απόλυτα συγκρίσιμες με εκείνες της Αθήνας.

4. Οι ετήσιες συγκεντρώσεις του μονοξειδίου του άνθρακα (CO) παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις μέσα στη δεκαετία του 1990, όπως και των άλλων χημικών συστατικών του φωτοχημικού νέφους (ΝΟ2, Ο3).

Οι διακυμάνσεις αυτές, εξηγεί ο κ. Καμπεζίδης, πιθανόν να οφείλονται στην ευαισθησία της περιοχής της Θεσσαλονίκης (στενή λωρίδα μεταξύ Χορτιάτη και Θερμαϊκού Κόλπου) τόσο στις γενικότερες μεταβολές του καιρού όσο και στην τοπική κυκλοφορία αέριων μαζών. Αυτή τη μεγάλη ευαισθησία δεν παρουσιάζει το λεκανοπέδιο της Αθήνας λόγω διαφορετικής τοπογραφίας.

Το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (ΕΑΑ) ήταν ο πρώτος φορέας στην Ελλάδα που εγκατέστησε το 1969 ένα μικρό δίκτυο ήμι-αυτόματων σταθμών μέτρησης ατμοσφαιρικών ρύπων. Το δίκτυο αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 1984, οπότε οι μετρήσεις περιήλθαν στη δικαιοδοσία του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Στο λεκανοπέδιο της Αττικής η Δ/νση Ελέγχου Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης & Θορύβου (ΔΕΑΡΘ) του ΥΠΕΧΩΔΕ και πιο συγκεκριμένα το Τμήμα Ποιότητας του Αέρα της ΔΕΑΡΘ λειτουργεί δίκτυο 18 αυτόματων σταθμών παρακολούθησης αρκετών αέριων ρύπων (κλασικών, φωτοχημικών και πρόσφατα αεροσωματιδιακών και υδρογονανθρακικών).

Τελευταία το ΥΠΕΧΩΔΕ έχει επεκτείνει τις μετρήσεις του, σε συνεργασία με άλλους φορείς, και σε άλλες προβληματικές, από πλευράς υποβάθμισης του περιβάλλοντος, περιοχές, όπως το Θριάσιο Πεδίο, η Θεσσαλονίκη και η Περιφέρεια της Πελοποννήσου.

Το νέφος του Θριάσιου Πεδίου μπορεί να χαρακτηριστεί κατευθείαν ως νέφος τρίτης γενιάς, παρατηρεί ο κ. Καμπεζίδης. Αυτό συμβαίνει διότι η περιοχή αυτή είναι κατ’ εξοχήν βιομηχανική με μεγάλες μονάδες διυλιστηρίων πετρελαίου, παραγωγής τσιμέντου και χημικών προϊόντων.

Έτσι, η διαχρονική εξέλιξη του Ο3 (στοιχείου κατ’ εξοχήν του φωτοχημικού νέφους) διατηρείται σε παρόμοια επίπεδα με εκείνα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά η μεγάλη μεταβλητότητά του δεν προδίδει την ύπαρξη φωτοχημικού νέφους στην περιοχή.

Ένα παρήγορο, για την περιοχή του Θριάσιου Πεδίου στοιχείο, είναι η ελάττωση των επιπέδων συγκέντρωσης των αιωρουμένων σωματιδίων. Τούτο ίσως οφείλεται στην ενθάρρυνση των τοπικών βιομηχανικών μονάδων χρήσης προϊόντων αντιρρυπαντικής τεχνολογίας στις διάφορες φάσεις της παραγωγής τους.

Αντίθετα, η ύπαρξη σχετικά υψηλών και με μεγάλη διαχρονική διακύμανση τιμών στη συγκέντρωση μολύβδου (Pb) κοντά σε βιομηχανικές μονάδες αποτελεί απειλή στη δημόσια υγεία.

Στην περιοχή της Κοζάνης και Μεγαλόπολης, όπου η ΔΕΗ διατηρεί και εκμεταλλεύεται τα κοιτάσματα λιγνίτη για παραγωγή ενέργειας, το πρόβλημα εκπομπής αιωρουμένων σωματιδίων και SO2 από τις καμινάδες των εργοστασίων της είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Αξίζει να αναφερθεί, επισημαίνει ο κ. Καμπεζίδης, η περίπτωση εκπομπής SO2 από την καμινάδα της μονάδας IV του ΑΗΣ Μεγαλόπολης κατά την περίοδο 8-13 Ιουνίου 2003, η συγκέντρωση του οποίου ξεπέρασε το όριο των 440 mg/nm3 έως και 14 φορές!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: